Τετάρτη, 11 Μαΐου 2016

O Αθόρυβος Ηγέτης Ντάνιελ Χάκετ

Του Giorgos P. (aka BasketBall Guru)

Στην τελευταία (σχετικά) καλή χρονιά της Σιένα στην Ευρώπη, ο Μπόμπι Μπράουν είχε μέσο όρο περίπου 19 πόντους, σε ένα παιχνίδι είχε βάλει 41 και γενικά πέταγε τα σουτ σαν στραγάλια. Η μπάλα είχε απροσδιόριστες πιθανότητες να πάει στο καλάθι, οι οποίες δεν επηρεάζονταν από κάτι συγκεκριμένο. Για κάποιο μυστήριο λόγο, ο Μπάνκι κάτι τέτοια τα έκανε και τα κάνει. Βρίσκει έναν ή δύο παίκτες που μπορούν να σκοράρουν , και μέσα από μία μεταμφίεση ομαδικής συνέργειας, φροντίζει η μπάλα να καταλήγει μονίμως στη χέρια τους. Εκείνη την περίοδο υπήρχε ελάχιστη ευελιξία να χαλιναγωγήσει κάποιος τις ορέξεις του τρελο-Μπόμπι και η όποια τέτοια προερχόταν από τον ισορροπιστή που έπαιζε δίπλα του. Αυτός δεν ήταν άλλος από τον Ντάνιελ Χάκετ στην πρώτη του εμφάνιση στο κορυφαίο διασυλλογικό επίπεδο.

Σιγά σιγά και καθώς τα παιχνίδια βάραιναν την πλάτη των παικτών μίας ομάδας σε πορεία αποσύνθεσης, οι ρόλοι άρχιζαν να αλλάζουν. Καθόλου εκκωφαντικά και σχεδόν ύπουλα, ο Μπράουν συνέχισε να παίρνει το μεγαλύτερο μερίδιο των σουτ , αλλά το παιχνίδι πέρασε στα χέρια του Ιταλού με τα κοτσιδάκια. Καθώς η Σιένα αποκλειόταν από την Ευρώπη και τερμάτιζε πέμπτη στην κανονική διάρκεια του πρωταθλήματος, ο συμπληρωματικός γκαρντ της αναδείχθηκε σε σιωπηλό της ηγέτη. Στο μέσον περίπου της χρονιάς η σιωπή έσπασε κάπως με την ανάδειξη του σε MVP του final 8 του ιταλικού κυπέλλου, και τελικά διαλύθηκε θορυβωδώς όταν το νταμπλ της Σιένα από θέση αουτσάιντερ συνοδεύτηκε από το αντίστοιχο του τελικά καλύτερου παίκτη της, κάπου μέσα στον Ιούνιο.

Το πρωτάθλημα αυτό έδωσε στον Μπάνκι δουλειά για άλλα δυο χρόνια σε άλλο σύλλογο, στον οποίο με την πρώτη ευκαιρία πήρε τον παίκτη που τον είχε βγάλει ασπροπρόσωπο. Ο Χάκετ κατέφθασε στο Μιλάνο λίγο πριν το τοπ-16 της σεζόν '13-'14 και μετέτρεψε την Αρμάνι από θύμα των Λάνγκφορντ και Τζέρελς, σε θύτη. Η μετέπειτα πρωταθλήτρια Ευρώπης Μακάμπι ήταν η μόνη που κατάφερε να την εκτροχιάσει, αλλά στο μεταξύ τα θύματα είχαν μαζευτεί σε σωρό, και κάπου ανάμεσα τους έβρισκε κανείς και τον Ολυμπιακό, από τον οποίο οι Μιλανέζοι στέρησαν ουσιαστικά το πλεονέκτημα έδρας στα πλέι οφ.



Τα ξεχωριστά στοιχεία

Όπως και στη Σιένα, έτσι και στη Μιλάνο, ο Χάκετ δεν κατέγραψε σε εκείνο το τοπ-16 τα πιο εντυπωσιακά νούμερα. 9,3 πόντοι, 3,1 ασίστ και 30,8% πίσω από τη γραμμή δεν είναι επιδόσεις που προκαλούν ζήλια. Και σε αυτή την περίπτωση όμως, ήταν η δική του συνεισφορά που έκανε μία καλούτσικη ομάδα να ανέβει επίπεδο. Ηταν το κομμάτι που έλειπε σε ένα παζλ που δεν περιελάμβανε αμυντική αυτοθυσία (παρά την καλή πίεση στη μπάλα), ούτε συναίσθηση του ρυθμού με τον οποίο όφειλε να παίζει η ομάδα. Τα δύο αυτά χαρίσματα είναι άλλωστε και αυτά που κάνουν τον Χάκετ ξεχωριστό, όχι για όλους, αλλά σίγουρα για όποιον τα αναζητά.

Ο γκαρντ του Ολυμπιακού ξέρει πρώτα απ'ολα να κάνει αυτά: να πιέζει τη μπάλα, να παλεύει σε σκριν και σε αλλαγές, να κλέβει και να βγάζει την ομάδα του στην επίθεση με τον τρόπο που απαιτεί η περίσταση. Τα πρώτα είναι σίγουρα σε όλους αναγνωρίσιμα, το τελευταίο θέλει αν μη τι άλλο λίγο παραπάνω επεξήγηση.

Οι Τζέρελς και Λάνγκφορντ, όπως πρότερα ο Μπράουν, ήταν παίκτες που ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να διαλύσουν την αντίπαλη άμυνα. Αυτό που τους έλειπε (και ειδικά στον πρώτο) ήταν η αναγνώριση του πότε ήταν η κατάλληλη στιγμή να το κάνουν και με ποιον τρόπο. Η έλευση του αλτρουιστή Χάκετ τους απάλλαξε από τέτοιες σκοτούρες, καθώς εκείνος κατείχε την διαύγεια να αναγνωρίσει πότε η ομάδα έπρεπε να τρέξει, πότε να τραβήξει φρένο, πότε να χτυπήσει στη ρακέτα και πότε να κινήσει τη μπάλα στην περιφέρεια.

Στο κομμάτι της απόφασης του ρυθμού ο Ιταλός έπαιρνε και παίρνει άριστα. Για αυτό το λόγο δεν μοιάζει καθόλου τυχαίο που πολλές φορές φέτος ο Ολυμπιακός ανέβασε τις ταχύτητες με εκείνον στην πεντάδα. Δεν ήταν μόνο το ότι ο παίκτης ήταν συχνά μέλος μιας σύνθεσης αμυντικών καμικάζι (βλ. με Χίμκι στο Φάληρο), αλλά και το ότι μπορούσε να αναγνωρίσει την ανάγκη του παιχνιδιού για κάτι διαφορετικό. Η λειτουργία του στο ερυθρόλευκο σύνολο ήταν η ακριβώς αντίθετη από ο,τι στα προηγούμενα. Σε Σιένα και Αρμάνι ο Χάκετ κράταγε χαλινάρια, στον Πειραιά πρόσθεσε την επιθετική τρέλα που έλειπε από το πικ εν ρολ παιχνίδι ή τα post-up στο μισό γήπεδο. Όπως με την ΑΕΚ, όπως με την Χίμκι, όπως με τον ΠΑΟ.



Το ζήτημα της "ηγεσίας"

Θα μπορούσε άραγε με όλα αυτά ο Ολυμπιακός να ποντάρει επάνω του ως έναν νέο περιφερειακό ηγέτη, αντί να τραβιέται να βρει έναν τέτοιο στις αγορές το κατακαλόκαιρο; Γίνεται ένα γκαρντ που το βασικό του επιθετικό χάρισμα είναι ο διάδρομος, και όχι το σουτ, να επιβιώσει στην εποχή που τα σκριν στη μπάλα δημιουργούν ιδανικά το πεδίο για άμεσο τρίποντο, και υποχρεώνουν την άμυνα να σκέφτεται από τα πρώτα 10 δευτερόλεπτα;

Πριν απαντηθεί το ερώτημα, αξίζει μία ακόμη μίνι ιστορική αναφορά. Λίγο πριν η Σιένα αντιληφθεί πως δεν έχει άλλη επιλογή από το να τον παραχωρήσει, του έδωσε για τον πρώτο γύρο της ευρωλίγκα της σεζόν '13-'14 τα κλειδιά της ομάδας , επισημοποιώντας τρόπον τινά την πρόθεση να γίνει εκείνος ο πρώτος παίκτης στην ιεραρχία. Ο Χάκετ ήταν τότε για δέκα παιχνίδια χάρμα οφθαλμών. Σκόραρε 13,3 πόντους ανά παιχνίδι με 40% στα τρίποντα , έπαιρνε 4,2 ριμπάουντ (νούμερο πανύψηλο για γκαρντ) και μοίραζε 5,8 ασίστ, κάνοντας μόλις 2,6 λάθη ανά 33 λεπτά συμμετοχής. Ακόμη πιο σημαντικό, έχοντας τη μπάλα στα χέρια και πηγαίνοντας συχνά στο drive, κέρδιζε 7,8 φάουλ ανά παιχνίδι, επίδοση που τον έφερνε πρώτο σε όλη τη διοργάνωση. Πηγαίνοντας επάνω σε κοντύτερους και κυρίως σε λιγότερο δυνατούς αντιπάλους, ο Ιταλός ήταν σε κάθε σωματική επαφή ο νικητής, αυτό που λένε σχεδόν unmatchable (και συγχωρήστε με...).

Η Σιένα παρόλα αυτά πάτωσε και αποκλείστηκε σχεδόν πανηγυρικά, καθώς ο Χάκετ είχε δίπλα του έναν Ρότσεστι με ελάχιστες αρμοδιότητες και έναν Ερικ Γκριν που έπαζε περίπου όπως εκείνος, δηλαδή με πολύ παιχνίδι μεσα από το τρίποντο και χωρίς την ανάλογη άμυνα ή τις αντίστοιχες ασίστ. Η ομάδα δεν είχε σουτ και ο δεύτερος καλύτερος παίκτης της ήταν μάλλον ο Οθέλο Χάντερ. Εχοντας παρέα του μονάδες που περίμεναν από εκείνον ένα σωρό πράγματα, ο γκαρντ που ο Μάρκο Κρέσπι έχρισε ηγέτη δεν κατάφερε να μετατρέψει τις προσωπικές του επιτυχίες σε ομαδικές.

Το ίδιο συνέβη και την ακριβώς προηγούμενη χρονιά πριν έρθει στον Ολυμπιακό. Μετά την φυγή τον Λάνγκφορντ και Τζέρελς από το Μιλάνο, ο Μπάνκι του έδωσε την πρωτοκαθεδρία, τοποθέτησε δίπλα του (άκουσον άκουσον) τους Μπρουκς και Ράγκλαντ, και είχε τον Τζεντίλε να παίρνει .... 13,5 σουτ ανά αγώνα στο τοπ-16. Το καράβι βυθίστηκε αύτανδρο , παρά τα περίπου 28 λεπτά που ο Χάκετ ήταν στο παρκέ. Σε μία αλλοπρόσαλη στελέχωση (Κλέιζα στον πάγκο, Σον Τζέιμς παρών-απών) και με τα ηνία δικά του, ο παίκτης δεν κατάφερε να επηρέασει το σύνολο με τον τρόπο που το έκανε την προηγούμενη σεζόν, και ο λόγος ήταν κυρίως πως του ζητήθηκαν λάθος πράγματα. Με τη μπάλα στα χέρια, αλλά χωρίς το ελεύθερο να κινήσει την επίθεση μέσω προσωπικών ενεργειών, ο Χάκετ δεν αποτέλεσε ποτέ την απειλή που θα ανάγκαζε τις άμυνες να δώσουν ελεύθερα σουτ κάπου άλλου. Συνήθως, και μετά από ένα δυο προσχηματικά εισαγωγικά plays, εκείνη κατέληγε στους Μπρουκς και Τζεντίλε που έκαναν τα δικά τους.

Και στις δύο σεζόν που μόλις καταγράφηκαν, η Σιένα και η Μιλάνο υπέφεραν πρώτιστα από λάθος σχεδιασμό, μέρος του οποίου ήταν και η επιλογή της ανάδειξης του Χάκετ ως βασικού ball handler στη σετ επίθεση. Σε τέτοιο περιβάλλον, και λόγω των ατομικών του στοιχείων, ήταν δύσκολο να κάνει την διαφορά με τον τρόπο που την έκανε ως υποστηρικτής παικτών όπως οι Μπόμπι Μπράουν και Λάνγκφορντ. Με τον ίδιο τρόπο, ο Ολυμπιακός κέρδισε φέτος ελάχιστα από την καλή απόδοση του στην ευρωλίγκα, όταν ο Σπανούλης δεν ήταν πια ο .... Σπανούλης.

Ολα τα παραπάνω δεν συνηγορούν απαραίτητα στο συμπέρασμα ότι ο Χάκετ δεν μπορεί να ηγηθεί μίας πολύ καλής ομάδας. Αυτό που προστάζουν όμως είναι μία στελέχωση που θα τον αναδείξει ως μπροστάρη με τον τρόπο που μπορεί να το κάνει και ο ίδιος. Όχι εκκωφαντικά, αλλά μεθοδικά και σχεδόν αόρατα μέχρι το μεγάλο μπαμ. Ο Ολυμπιακός, το καλοκαίρι που έρχεται δεν είναι απολύτως απαραίτητο να ψάξει έναν γκαρντ που θα ηγείται στο παρκέ σε πολλούς τομείς του παιχνιδιού. Εχει τον Σπανούλη, έχει τον Ιταλό. Του αρκεί να βρει έναν αληθινό φονιά πίσω από τα σκριν στη μπάλα, ενδεχομένως ένα stretch four, να τους δώσει τις αρμοδιότητες που τους αναλογούν και να αφήσει τους άλλους να παίξουν τον ρόλο τους.

Και ναι, εκείνος του Χάκετ μπορεί να είναι ηγετικός. Μην ξεχνάτε πως στο τέλος των παιχνιδιών που γίνονται ντέρμπι, οι ομάδες αναζητούν δυνατή άμυνα και στην επίθεση οι πολλοί αυτοματισμοί κλειδώνονται στο ντουλάπι. Aν π.χ. κοιτάξει κανείς το γενικό ποσοστό ασίστ που βγάζουν οι ομάδες του ΝΒΑ σε σχέση με τα καλάθια τους, και το συγκρίνει με το αντίστοιχο σε clutch (κλειστές) καταστάσεις, θα διαπιστώσει πως τα δύο νούμερα παρουσιάζουν μεγάλες αποκλίσεις. Το ίδιο ισχύει παντού και αυτή η ισχύς συνοδεύεται από μία διαπίστωση: όταν τα πράγματα σκουραίνουν, οι παίκτες που παίζουν καλή άμυνα, πάνε στο drive και κερδίζουν τις επαφές γίνονται υπερπολύτιμοι.